Περί Κύπρου (Μέρος 6ο – Τελευταίο του αφιερώματος, αλλά όχι του δράματος)

Στις επίμονες διαπραγματεύσεις για κατάπαυση πυρός, η Ελλάδα δέχεται να παραμείνουν οι τουρκικές δυνάμεις στη γραμμή που θα υπάρχει όταν υπογραφεί η συμφωνία! Η μεγάλη νεκρή ζώνη θα επιτρέπει την περαιτέρω προέλαση ενώ οι Τούρκοι αρνούνται και την παρουσία ειρηνευτικής δύναμης στη νεκρή ζώνη. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Γκιουνές τη χαρακτηρίζει «χαλκά στο λαιμό του τουρκικού στρατού». Αρνείται και την παρακολούθηση των ακτών από τον ΟΗΕ που θα απέτρεπε την άφιξη νέων ενισχύσεων. Οι Αμερικανοί που έχουν τη δυνατότητα να σταματήσουν έστω τους Τούρκους στην περιοχή που κατέχουν αναπτύσσοντας ειρηνευτικές δυνάμεις πέριξ αυτών, δεν πιέζουν ούτε κατ’ ελάχιστον.Η Ελλάδα αποδέχεται την παραμονή τουρκικών δυνάμεων ακόμη και μετά την ανακωχή και γίνεται μνεία για «αποχώρηση όλων των ξένων (sic) στρατευμάτων μόνο μετά τη λύση και της συνταγματικής πτυχής του κυπριακού» και «όταν δημιουργηθούν συνθήκες αμοιβαίας εμπιστοσύνης»!

Όμως ούτε αυτή τη διατύπωση ανέχεται ο Ετζεβίτ που διατάσσει τον Γκιουνές να αποσυρθεί από τη διάσκεψη αν η Αθήνα δεν αποδεχθεί επίσημα τα τετελεσμένα και την εγκαθίδρυση ενός νέου ομοσπονδιακού κράτους στην Κύπρο, με δύο αυτόνομες διοικήσεις. Ομολογεί ο Μπιράντ: «Κατά τη διάσκεψη της Γενεύης ο Ετζεβιτ προσπάθησε σκληρά για την επίτευξη ενός και μόνο σκοπού. Να παραστεί ανάγκη δεύτερης στρατιωτικής επιχείρησης».

Ο Μαύρος δέχεται ακόμη και την αναφορά σε δύο διοικήσεις για να σαποτρέψει το ναυάγιο της διάσκεψης και τη νέα προέλαση. Με παρέμβαση του Κίσινγκερ η αναφορά στην αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων παίρνει έναν εντελώς άχρωμο χαρακτήρα («σταδιακή» και «σε εύθετο χρόνο» αφού ληφθούν εκείνα «τα μέτρα που θα συνέβαλλαν σε αποκατάσταση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης»).Η Ελλάδα αποδέχεται και το νέο κείμενο. Η συμφωνία της Γενεύης (30 Ιουλίου) υπήρξε αναμφισβήτητα μια πολιτική νίκη της Τουρκίας ανώτερη των στρατιωτικών ως τότε επιτυχιών. Πανηγυρίζει η Αθήνα γιατί δεν χρειάζεται να πολεμήσει. Τους προδότες έχουν διαδεχτεί οι δειλοί ενώ στην αντιπολίτευση μονάχα πατριδοκάπηλοι και καιροσκόποι φωνασκούν. Καμία ψυχωμένη πατριωτική πρόταση.

Ένας λαός αθλίων που ανέχτηκε (τουλάχιστον… ) τη χούντα των πατριδοκάπηλων και τους Παττακούς κάνοντας αντίσταση με ανέκδοτα, δοξολογεί τώρα τον Καραμανλή που «μας έσωσε από τον πόλεμο».

Εκμεταλλευόμενοι την εκεχειρία οι Τούρκοι αποβιβάζουν συνεχώς δυνάμεις και εφόδια, προωθούν τις γραμμές τους. Η Ελλάδα αντίθετα δεν εκμεταλλεύεται την εκεχειρία για την αποστολή ενισχύσεων και βαρειά εξοπλισμένων μονάδων. Όταν εξαπολυθεί ο Αττίλας-2 είναι πια αργά. Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου καταλαμβάνονται Καραβάς, Λάπηθος και το ανατολικά αυτής ζωτικής σημασί­ας ύψωμα του Πενταδάκτυλου Κόρνος (1023). Μάταια ο ΟΗΕ καταγγέλ­λει τις τουρκικές δυνάμεις για συνε­χείς παραβιάσεις της εκεχειρίας. Η Βρετανία απορρίπτει πρόταση της Α­θήνας για αεροπορική κάλυψη μιας νηοπομπής με ενισχύσεις.

Στις 8 Αυγούστου συγκαλείται και η δεύτερη διάσκεψη της Γενεύης με τους Τούρκους να έχουν καταλάβει 100 τ. χλμ. από την ημέρα της εκεχειρίας της 30ης Ιουλίου. Οι Τούρκοι θέτουν πλέον ανοιχτά τις πολιτικές και συνταγματικές τους αξιώσεις για εγκαθίδρυση μιας ομοσπονδίας με καντόνια. Η Άγκυρα προτείνει σύστημα με έξι τουρκικά καντόνια στο βορρά αλλά και στο νότο, συνολικής εκτάσε­ως 34% της νήσου ενώ εναλλακτικά ο Ντενκτάς προτείνει διζωνική ομοσπονδία με όρια από το Λιμνίτη στα δυτικά και, μέσω της κατεχόμενης κατά το ήμισυ Λευκωσίας, ως το λιμάνι Αμμοχώστου στα δυτικά. Ακριβώς δηλαδή τη γραμμή που επρόκειτο να καταλάβουν μερικές μέρες αργότερα οι τουρκικές δυνάμεις αλλά και τα όρια του σχεδίου Ανάν!

Όταν είδαν ότι η Ελλάδα δεν ε­πρόκειτο να πολεμήσει για την Κύπρο αποθρασύνθηκαν. Έτσι από το 5% του εδάφους έφτασαν στο 35%. Στις 01:45 της 14ης Αυγούστου, 45 λεπτά πριν δοθεί το σύνθημα για τη νέα επίθεση του Αττίλα, ο Γκιουνές παρουσίαζε το τουρκικό τελεσίγραφο για μεταβίβαση σε 24 ώρες στην τουρκοκυπριακή διοίκηση της περιοχής που απέμενε για να συμπληρωθεί το κύριο καντόνι Λευκωσίας- Κυρήνειας (που κάλυπτε το 17% της νήσου). Ζητούσε επίσης την άμεση παράδοση των τουρκικών τομέων Λευκωσίας και Αμμοχώστου και σε τρεις μέρες των υπολοίπων «καντονιών» που θα αποτελούσαν το 34% της Κύπρου. Κληρίδης και Μαύρος ζητούν 48 ώρες προθεσμία αλλά ο Γκιουνές εν όψει της επιθέσεως αποχωρεί από τη διάσκεψη.

Στις 04:30 η τουρκική αεροπορία εξαπολύει σφοδρό βομβαρδισμό. Ακολουθεί η προέλαση των τεθωρακισμένων και του πεζικού που προχωρεί κατά μπουλούκια, οι πεδιάδες Μόρφου και Μεσαορίας παραδίδονται αμαχητί αφού η γραμμή αμύνης ορίζεται στους πρόποδες του Τροόδους. Οι Αβέρωφ, Αραπάκης και Παπανικολάου μεταπείθουν τον Καραμανλή να μη σταλούν υποβρύχια, αεροσκάφη ή ενισχύσεις κατά των Τούρκων! Ήταν αργά. Είκοσι μέρες είχαν χαθεί χωρίς σοβαρή ενίσχυση της Κύπρου. Ένδεκα χρόνια περίμενε την επιστροφή ο Κ. Καραμανλής, δεν ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει έναν πόλεμο που έχει πάντα την πιθανότητα ήττας. «Η Κύπρος κείται μακράν» δηλώνει και η Ελλάδα αντί να δώσει τον αγώνα της τιμής εξαπολύει την τρακατρούκα της αποχώρησης από το NATO. H ελλαδική αριστερά τσιμπά το δόλωμα και θυσιάζει κι αυτή τον κυπριακό ελληνισμό. Οι Τούρκοι θα καταλάβουν περισσότερα εδάφη από τα προκαθορισμένα για διαπραγματευτικούς λόγους, όπως ομολογούν ο Μπιράντ από τότε, ο Εβρέν πρόσφατα. Σε 48 ώρες (ως τη νέα εκεχειρία) η Β. Κύπρος είχε παραδοθεί.

Με το πλεονέκτημα της χρονικής απόστασης μπορούμε σήμερα να πούμε την αλήθεια. Δεν ηττηθήκαμε στρατιωτικά. Ηττηθήκαμε πολιτικά και ηθικά. Και αυτό υπήρξε απείρως χειρότερο. Την προδοσία της στρατιωτικής χούντας διαδέχθηκε η αναξιότητα και η αναξιοπρέπεια ενός πολιτικού εσμού που για μήνες βάδισε χέρι χέρι με τους επικεφαλής των επιτελών της χούντας, των ίδιων ανθρώπων που δεν έπραξαν τίποτε για να εμποδίσουν την εισβολή. Χρόνια ολόκληρα δεν ομολόγησαν την ήττα γιατί φοβούνταν ότι ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού, μέσα στη ηθική ανάταση της δημοκρατικής απελευθέρωσης, θα αξίωνε μιαν ιστορική απάντηση, θα επέβαλλε την πολιτική της ρεβάνς.

Αυτό έτρεμε το μεταπολιτευτικό κατεστημένο. Να καταστεί στη λαϊκή συνείδηση η Κύπρος μια νέα Αλσατία -Λωρραίνη που θα έσυρε τους πολιτικούς στη μόνη αξιοπρεπή πολιτική, την ανατροπή των τετελεσμένων. Σήμερα που ο λαός αυτός εκφυλίστηκε οριστικά και δεν υπάρχει φόβος πα­τριωτικής αντίδρασης, θρασύτατα αποφαίνονται ότι «ηττηθήκαμε το 1974» για να εκμαιεύσουν τη συναίνεση στη νέα εθνική ταπείνωση. Κανένα δάκρυ μάνας αγνοούμενου δεν φτάνει για να ταράξει την ευωχία αυτού του λαού και των αντάξιων του ηγετών.

Ράπτης Γεώργιος Α., Ιστορικός

Facebooktwitterinstagram

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *